Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Happy New Tear



Πάνος Πιλάτος
…………………………..
Happy New Tear
…………………………..

Γραμμένο αρχικά για την στήλη μου «Performance»
στο περιοδικό Penthouse αρχές του 2005, αν θυμάμαι
καλά, το αξιοποίησα και πάλι «πειραγμένο» στο editorial
μου στο περιοδικό U-man, αρχές 2008.
Εδώ βρίσκεται η πρωτόλεια μορφή του.
…………………………………………………………………..


Ο χρόνος είναι τυραννία κι εμείς υπόδουλοι, ζωσμένοι στο άρμα του.

Δεν τον αγγίζουμε, δεν τον κρατάμε, μόνο να τον μετράμε είμαστε ικανοί.
Άρα, είμαστε άχρηστοι.

Αλλάζει, λέει... Μπαίνει νέο έτος.

Τι το καινούριο έχει, πέρα από έναν επιπλέον αριθμό στο τέλος του;

Μήπως ελπίδα;
Εξαρτάται από το τι εννοούμε μ' αυτή τη λέξη.

Νομίζω άλλη έκφραση αρμόζει στο συναίσθημα, στην προσμονή -ή όπως αλλιώς θέλεις πες το-, και η έκφραση είναι «φόβος για την τύφλα μας».

Η ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία.
Έχει ψοφήσει ήδη, σα σκυλί σε Γεναριάτικο πρωινό, στην ψύχρα του πάρκου, λίγο πιο κάτω.

Συνεπώς, ενδόμυχος τρόμος είναι εκείνο που αισθανόμαστε, για το χειρότερο που ίσως έρθει.

Είπε κάποιος: «Θεέ μου, μη μου δώσεις περισσότερα από όσα μπορώ να αντέξω».
Προσευχήσου αν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, πες το ποίημα στο πουθενά, μα μη ξεγελιέσαι.

Ό,τι πέρασε θα βρεθεί ξανά μπροστά σου.

Κύκλος. Πάντα άρτιος. Πάντα ολοκληρωμένος.

Η επανάληψη βαφτίζεται με διάφορα ονόματα και το "καινούριο" δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα.

Που είναι το καινούριο όταν και πάλι με τους ίδιους τρόπους θα γινόμαστε δυστυχισμένοι;

Θα χάνουμε τη ζωή σε οχτάωρα και υπερωρίες, σε κυκλοφοριακές συμφορήσεις, σε θυμούς για το τίποτα, σε εγωισμούς ηλιθίων, σε αίθουσες αναμονής, σε οθόνες με παράσιτα, σε αγκαλιές που δεν θα δοθούν, σε φιλιά που δεν θα καίνε ή -ακόμη χειρότερα- θα προδίδουν, σε υποκριτικά χαμόγελα, σε δείκτες ρολογιών...

Που είναι το καινούριο όταν για κάθε μας χαρά θα παραφυλάνε δέκα λύπες;

Τίποτα καινούριο δεν θα έχει ποτέ κανένα νέο έτος.

Εσύ, μόνο, μέσα σου, ίσως και να κυοφορείς κάτι νεοφανές.

Μην περιμένεις από το χρόνο να το αναδείξει.
Αυτός είναι τυραννία κι εσύ υπόδουλος.

Τι λες, θα καταφέρεις να τις σπάσεις τις γαμωαλυσίδες σου;

...................................................................

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Πτήσεις Και Πτώσεις Του Έρωτα



    Πτήσεις Και Πτώσεις Του Έρωτα


ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ 2004. 
ΣΥΝΔΥΑΖΕΙ ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑΡΙΟ, ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ 
ΑΠΟ ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΟΥ ΠΟΥ 
ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙΤΑΙ «ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ» (γραμμένο το 1998). 
ΕΔΩ ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ 
(ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΕ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ)
………………………………………………..
ΠΑΝΟΣ ΠΙΛΑΤΟΣ
ΠΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
…………………………………………………

«Έχω κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό, για ποια ανέλπιστη χαρά, για ποιες αγάπες, για ποιο ταξίδι ονειρευτό».
(Κώστας Καρυωτάκης)
………………………………………………….



Απ’ όλες τις ιστορίες μου τούτη είναι η πιο εύκολη να ειπωθεί.

Δεν ντύνεται λέξεις σερνόμενη σε ανήλιαγα λαγούμια και σε σκοτεινές τσιμεντένιες φλέβες.
Δεν παραφυλά πίσω από πόνους που ξεμύτισαν απ’ τον ομφάλιο λώρο και ποτέ δεν θα καταλαγιάσουν -ούτε ίσως ακόμα και με το Θάνατο.

Δεν είναι σκουριά στο κάγκελο της φυλακής του πρωτεύοντος είδους, ούτε υλακή μοναξιάς στη μαρμαρυγή μιας σελήνης άλικης σαν ανεκπλήρωτο πάθος.
Δεν είναι άλγος κρυφό.

Δεν είναι όνειρο σε μουσκεμένα σεντόνια, ούτε εφιάλτης που χάνεται στο ξύπνημα.
Δεν είναι εμμονή που γυροφέρνει έξω απ’ το παράθυρο μέχρι να τρυπώσει για άλλη μια φορά στο εύθραυστο καταφύγιό μου.

Δεν είναι τρόμος στο κατόπι μου, ούτε το λιοντάρι στο κατώφλι μου.

Δεν είναι καλοκαίρι ψεύτικο σαν τις φωτογραφίες που ξεθώριασε η αλμύρα.

Δεν είναι οργή που σαν κλειδί θα μου ανοίξει την πύλη μιας λύτρωσης.

Δεν είναι ο μονόφθαλμος σκύλος που έχει ξεχάσει το όνομά του, εκείνος ο αλήτης με την προβιά εγκληματία και τα σημάδια από σίδερο στη μύτη.

Δεν είναι νοσταλγία για μια νιότη που παρήκμασε.
Δεν είναι ακόμα ένας θρήνος μου, μία ακόμα ουλή…

Απ’ όλες τις ιστορίες μου τούτη τη γράψαμε με το ίδιο χέρι, εγώ κι εσύ, και μαζί θα τη φτάσουμε στο τέλος, αν υπάρχει τέτοιο σ’ αυτή την πτήση προς το ιδανικό…

Ήρθες κοντά μου μια νύχτα.
Έμοιαζες με όλες τις άλλες, αλλά δεν ήσουνα ίδια.
Φορούσες δυο φεγγάρια στο πρόσωπό σου, που ήταν λευκός ουρανός. Λευκός απ’ το χιόνι.

Χείλη νωπά απ’ το αίμα κι αυτό το άρωμά σου το τόσο οικείο.
Το άρωμα του πόνου.

Ήρθες κοντά μου μια νύχτα, στης προσευχής την ώρα ο πειρασμός, θεά της λαγνείας.

Ενδεδυμένη τη γύμνια με της φωτιάς τα χρώματα τα μυστικά, χρώματα της ελπίδας.

Μου άπλωσες το χέρι, με άφησες ν’ αγγίξω την πηγή της ζωής, τον άσβεστό σου πόθο.
Στο σώμα σου επάνω ταξίδι σ’ έναν άγνωστο ωκεανό, σε πέλαγα της λήθης.

Έξω έκανε κρύο μα τα κορμιά μας έλιωναν απ’ την πυρκαγιά.
Πρώιμο καλοκαίρι.

Χίλιες και μία νύχτες κι ακόμα τόσες κι άλλες πολλές κοιμήθηκες μαζί μου. Μετρήσαμε τα’ αστέρια.
Ακούσαμε το χάδι του νερού στο γιαλό.
Ξαπλώσαμε στην άμμο.

Στο δάκρυ μου ήσουν δίπλα, μια μελωδία που γιατρεύει κάθε φάλτσο σκοπό. Ακόρντο της αγάπης.

Κάναμε έρωτα ως το φως της αυγής.
Διώχναμε τους εφιάλτες.

Μα κάποτε ήρθε η ώρα που καταλάβαμε ότι πια δεν μας χωράει εκείνη η γη. Πετάξαμε προς το Νότο.

Θύελλες μας χτύπησαν κι ένας κυνηγός μας λάβωσε βαθιά στα φτερά.
Μας έριξε στο βάλτο.

Ανήμποροι να βγούμε, παραδομένοι σ’ ένα τέλμα που μας πάει στο βυθό, στης λησμονιάς τη λάσπη.

Δεν είναι, όμως, η οκνηρία που εν τέλει μας ξέρασε ως τα εδώ…

Απ’ όλες τις ιστορίες μου τούτη είναι η πιο εύκολη να ειπωθεί, όχι όμως και να τελειώσει.
Όχι να τελειώσει έτσι.

Οι υποσχέσεις που ανταλλάξαμε, το ρίγος που σου έφερνε το φιλί μου, οι φλόγες που έγλειφαν τον αλμυρό μας ιδρώτα, δεν θα πνιγούν στο ρυπαρό βούρκο.

Δεν θα χαθεί τίποτα από την Διαθήκη μας σε τρόμου φινάλε.

Το μόνο που χρειάζεται είναι να τραβηχτούμε όπως-όπως στην όχθη. Να συρθούμε στις καλαμιές, να αγκαλιάσουμε τις πληγές μας, να κουρνιάσουμε μέχρι να ξεραθεί το αίμα και να στεγνώσουν τα φτερά μας.

Στους ήχους της απέραντης νύχτας, στα κόκκινα μάτια που ελλοχεύουν ανυπόμονα ελάχιστες μόλις ανάσες πιο πέρα, στους ψιθύρους των κρυφών τρόμων που μας περικλείουν και στενεύουν τον κλοιό του ολέθρου γύρω μας, απόστρεψε το βλέμμα, κλείσε τα αυτιά, σιώπησε.

Μείνε, απλά, κολλημένη πάνω μου.

Πάρε με μέσα σου μέχρι τα’ αναφιλητά μας να γίνουν χαμόγελα ηδονής και ίαση.
Κι εγώ, έστω κι αν τούτο δεν είναι εύκολο, θα σου διηγηθώ τη συνέχεια κι όχι το τέλος της ιστορίας.

Το τέλος θα έρθει μονάχο του.

Κι όταν συμβεί, υπόσχομαι…

Αν είναι μουσκεμένο σε δάκρυα, θα λιαστώ, να στεγνώσω, να πετάξω έως όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν είσαι.
Αν είναι φωτεινό, θα απλωθώ, να γίνω σκιά, να σε προφυλάξω, όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν είσαι. 
……………………………………………………………………….

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ



ΤΟ ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ 2004. ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ (ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΕ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ)
………………………………………………..
ΠΑΝΟΣ ΠΙΛΑΤΟΣ
ΤΟ ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ
…………………………………………………

«Ήταν σχεδόν μεσημέρι, μα είχα την αίσθηση μιας απέραντης νύχτας, όπου μια απέραντη δροσιά κάνει τ’ αστέρια να φαίνονται μεγάλα… η απελπισία επανέφερε το πείσμα μου».
Τζορτζ Μακ Ντόναλντ
………………………………………………….


Η σφαίρα μου γυρνάει γύρω -γύρω και ζαλίζομαι.
Έχω ναυτία.
Ακούω μια μουσική ξένη.
Οι νότες της είναι από αλλού.
Η μελωδία της δυσάρεστη.
Ένα ρέκβιεμ της πραγματικότητας.

Φωνάζω ονόματα που θεωρούσα ξεχασμένα.
Δραπετεύουν από το πατάρι που τα είχα κλειδωμένα.
Κολλάνε πάνω στο κεφάλι μου, σαν σμάρι από σφήκες σε κουφάρι σκύλου, κατακαλόκαιρο σε μια εξοχή που φλέγεται απ’ τον ήλιο και σταφιδιάζει απ’ την αναβροχιά.

Θυμάμαι έναν δάσκαλο που με κλότσησε εν ώρα προσευχής, γιατί δεν έκανα τον σταυρό μου.
Θυμάμαι έναν έρωτα με σιδεράκια.
Απογευματινά φροντιστήρια εικονικής κοινωνικότητας.
Μοναχικά σαββατιάτικα σούρουπα με απειλητικές σκιές στα τζάμια. Περαστικές κηδείες με παιάνες και τρόμο.
Πρωτόλεια διέγερση στη θέα της γειτόνισσας με τα ηλιοκαμένα πόδια.
Τα πρώτα σκασιαρχεία.
Τα πρώτα τσιγάρα.
Τα πρώτα φιλιά.
Γήπεδα που αλώνιζα με ματωμένα γόνατα και όνειρα για δόξα και τρόπαια.
Οι πρώτες κασέτες.

Σχολείο πρωί, δουλειά βράδυ, ως το ξημέρωμα.
Η πρώτη ρόδα.
Αλκοόλ μέχρι τελικής πτώσης.
Κορίτσια που με έφτυναν.
Οι πρώτες ουσίες…

Η σφαίρα μου συνεχίζει να περιστρέφεται.
Απλά γυρνάω γύρω- γύρω μέσα της και ζαλίζομαι και φωνάζω ξεχασμένα ονόματα.
Όταν σταματήσει, θα ψάξω να βρω το δρόμο για να γυρίσω πίσω.
Αν σταματήσει…

Πονάω κιόλας έτσι που στροβιλίζομαι. Τα σωθικά μου καίγονται.
Πίσω από τους ιλίγγους που με περιτριγυρίζουν διακρίνω μορφές.
Με περιμένουν.

Δαίμονες είναι και θα με κατασπαράξουν.
Θα βεβηλώσουν κάθε σπιθαμή του κορμιού μου και κάθε άσπιλο βωμό της ψυχής μου.
Τα ρυπαρά τους σάλια θα με μουσκέψουν ως το κόκκαλο.
Θα ηδονίζονται.
Θα ουρλιάζουν από ευδαιμονία.

Πρόσωπα φριχτά.
Εκμαγεία δέους.
Μάτια χωρίς ασπράδι, παραμορφωμένα σαγόνια, πολλές σειρές από δόντια γκριζοκίτρινα σαν την έρημο, σάρκα διάστικτη από εκδορές και σαπίσματα.

Σπαράζω στο κλάμα καθώς ακούω την ξένη γλώσσα τους, την απόλυτα εκφοβιστική, που με κάνει να παρανοώ από φρίκη.

Παραμόνευαν πάντα απ’ την άλλη πλευρά.
Σ’ εκείνη την ομιχλώδη χώρα που δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι ότι υπάρχει, ούτε πως κομμάτια μου της ανήκουν.
Σκιές αλλόκοτες πίσω απ’ τις γραμμές της περιστροφής μου, πίσω απ’ τη φασματική ρόδα του θανάτου.
Περίμεναν χρόνια ολόκληρα, μα τώρα αδημονούν.

Κλαίω με αναφιλητά. Κι ύστερα, ξάφνου, σταματάω.
Ο οδυρμός γίνεται γκριμάτσα.
Γελάω ξέφρενα.
Γελοίοι φόβοι μου…
Τιποτένιοι, ηλίθιοι τρόμοι.

Να φοβηθώ τι; Τα ίδια μου τα πάθη;
Να παραδοθώ σε τι; Στα ίδια μου χίλια είδωλα;

Μέχρι και η σφαίρα μου σταμάτησε να γυρνάει γύρω- γύρω, σημάδι της ως εδώ πλάνης μου.
Οι σκιώδεις μορφές με κλείνουν σ’ έναν κύκλο από λαχτάρες.
Ωωω, πόσο τις νιώθω και τις συμμερίζομαι.

Μου θυμίζουν ποιος ήμουν και τι μπορώ να ξαναγίνω.
Εκείνος που περιμένει τη δόξα του…

Τώρα με βλέπω όχι όπως είμαι, ούτε όπως  ήμουν, ούτε όπως θα είμαι , γιατί δεν είμαι, δεν ήμουν, ούτε θα είμαι.

Τώρα με βλέπω να έρπω προς τα πάνω, στην ίδια την πλαγιά που κατρακύλησα.
Αφήνω σκούρο σίελο στο αφυδατωμένο μονοπάτι.

Τα φτερωτά πρόβατα κάνουν κύκλους στα σταχτιά σύννεφα, θορυβημένα.
Τα τρωκτικά τρυπώνουν όσο πιο βαθιά μπορούν, ασθμαίνοντας και μοιρολογώντας.
Οι ψυχές που ασυνόδευτες ξέμειναν στις σπηλιές όπου αντηχούν όλοι οι πόνοι του κόσμου, σιωπούν και μαζεύονται κουβάρι για να πνίξουν το δέος τους.

Κάποιοι, κάπου, ανάβουν μεγάλες φωτιές, ρίχνοντας στις φλόγες τους σταυρούς και τα ακάνθινα στεφάνια τους.

Έρπω και θεριεύω και προσμένω το πότε θα γίνω δράκος με πύρινη γλώσσα και εξουσία από οργή και σοφία.
Στρέφω το κεφάλι στους πρόποδες.
Η σφαίρα μου παραμένει εκεί χάμω ακίνητη.
Φαντάζει παλιά, τελειωμένη, κι έτσι πρέπει να’ ναι.

Η μουσική ακούγεται ως εδώ.
Δεν μου ηχεί πια δυσάρεστη.
Κάποτε ήταν το ρέκβιεμ, όμως- τι θαύμα!- έγινε πρελούδιο.