Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΣΚΩΛΗΚΟΕΙΔΗ ΑΝΘΡΩΠΑΡΙΑ


ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΟ, «ΧΥΜΑ ΣΤΑΦ», 
ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ 2:30 ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 28ης ΜΑΡΤΗ 2013 
(ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΞΑΛΑΦΡΩΣΩ ΛΙΓΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΝΕΥΡΙΣΜΟ ΜΟΥ) 
ΚΑΙ ΕΥΘΥΣ ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΟ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΔΩ ΤΗ ΓΩΝΙΑ ΜΟΥ, 
ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ.

…………………………………………………………
ΠΑΝΟΣ ΠΙΛΑΤΟΣ
Τα Σκωληκοειδή Ανθρωπάρια   
…………………………………………………………


Σήμερα συνδιαλλάχτηκα με ένα ποταπό δίποδο.

Ανήκει σε εκείνο το μεταλλαγμένο, επηρμένο είδος, που ευδοκιμεί στην κωλοκατάσταση που βιώνει ο τόπος, γι’ αυτό, εξ ορισμού, είναι ζων περίττωμα.

Μια κουράδα με φιλοδοξίες μαργαριταριού. 

Υπάρχουν, που λες, κάτι κωλόπαιδα, που κάνουν το κομμάτι τους με τα φράγκα του μπαμπά, και ναι, αυτό θα μου υπενθυμίσεις είναι κλάσικ, πάντα συνέβαινε.

Συμφωνώ, μόνο που αυτή την εποχή, έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν τα συμβάντα ακόμη πιο πολύ προς το συμφέρον τους και βρίσκουν στη φτώχεια τη δική μας το πάτημα να μας τρίψουν τους όρχεις τους στη μούρη μας.

Θέλουν να τους κάνει ο κοσμάκης και τσιμπούκια.

Κι εσύ, κι εκείνος, κι ο άλλος, το κάνετε, ηλίθιοι.

Το συγκεκριμένο σκατό, έχει έξι-εφτά σπίτια, τρία-τέσσερα πανάκριβα αυτοκίνητα, διαφορετικό χαζόμουνο να χαριεντίζεται κάθε εβδομάδα, και τον πατέρα από κοντά, μη του λείψει τίποτα, του πουθενά του.

Το μυαλό του υπολειτουργεί, σε συνθήκες κλινικά νεκρού.

Δεν έχει γνώσεις, δεν έχει ευρύτητα -δεν ξέρει πιθανώς ούτε τη λέξη.

Μονάχα αμάξια, χαζόμουνα, δήθεν μπίζνες, κοκό και υφάκι ρε πούστη μου. Υφάκι του τύπου «ρε μη μιλάς, ξέρεις ποιος είμαι γω;».

ΜΙΑ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ…
Όσες και όσοι με παρακολουθείτε όλα αυτά τα χρόνια που χαροπαλεύω με τους στίχους μου, τις μουσικές μου, τα βιβλία μου και τα τοιαύτα, γνωρίζεται στο περίπου την οπτική μου και τις επιλογές μου στις εκφραστικές μου οδούς.

Όταν γράφω στίχο, είτε θα βυθιστώ σε κάτι σαν ποίηση, είτε θα εγερθώ ως παρακινητής δράσης.

Όταν γράφω κείμενο, αποτυπώνω τη μύχια γνώση μου ως Μύστης, και τη δραματικότητα του βιώματος.

Τις φορές εκείνες που θέλησα να καταθέσω νέτα σκέτα, «πεζοδρομιακά», τον θυμό μου ή την αποστροφή μου για ένα τεκταινόμενο που δεν γουστάρω να το εμπλέξω στην Τέχνη μου, χρησιμοποίησα στήλες ή σελίδες σε περιοδικά, με την ιδιότητα του δημοσιογράφου.

Επειδή, όμως, εδώ και κάμποσο καιρό η δημοσιογραφία στο αποκαΐδι αυτό που λέμε «χώρα» τον παίρνει από όλες τις τρύπες και απέχω, θα κάμω μια εξαίρεση και θα τοποθετηθώ επιτόπια, να μου φύγει ο βραχνάς.
ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗΣ…

Το προαναφερθέν προνομιούχο, λοβοτομημένο σκατό, λοιπόν, μπλέχτηκε στα πόδια μου με παράλογες απαιτήσεις, που δεν ευσταθούν απ’ όπου κι αν τις κοιτάξεις.

Εβρισκόμενος σε μια περίοδο όπου αναθρώσκω, εργαζόμενος σκληρά να επανέλθω εκεί και όπως εγώ οραματίζομαι να επανέλθω, έχω γίνει ακόμα περισσότερο κτητικός με την φωλιά μου και την περιοχή μου.
Πάντα εξοργιζόμουν όταν ένας εισβολέας διατάραζε το αποκούμπι μου, και είναι για μένα λόγος να σου κόψω το λαρύγγι έτσι και το πράξεις.

Το «αυτόν τον χώρο που διάλεξα για να ζήσω μη μου τον συμπιέζεται άλλο», που έγραψε κάποτε ο Άρτογκ, αποτελεί καίριο στοιχείο στην κοσμοθεωρία μου.

Και τούτο το απολειφάδι το έκανε δια της πλαγίας οδού και –αυτό με εξόργισε πιο πολύ- με ΥΦΟΣ!

Του λέω: «Από πότε έγινες νταβατζής μου ρε χαμένε;».
Μου λέει: «Νιανιανιανιανια, κ.λπ., και ακούς τι σου λέω;».
Του απαντάω (δια τηλεφώνου αυτά, γιατί αν τον είχα μπροστά μου, τώρα θα τον ετοιμάζανε για του Ζωγράφου, έκτο μνήμα αριστερά από το εκκλησάκι): «Όχι, εσύ να με ακούσεις… Φλώρε, άντε και γ@μήσου».

Και τελειώνω αυτό το ανούσιο… επί της ουσίας κείμενο με αυτό…

Ακούστε, το θέμα δεν έχει να κάνει με το ποιος είμαι και με το ποιος είναι αυτός. Ούτε με τις λεπτομέρειες της αντιπαράθεσής μας. Το θέμα είναι ότι κάτι τέτοια αρχιδάκια έκαναν τη χώρα πουτάνα της Ευρώπης και, σε καθημερινό επίπεδο, εκεί που ζεις, κινείσαι και εργάζεσαι, οι όμοιοί τους θέλουν να είσαι επίσης το δικό τους πουτανάκι.

Σήκωσε γαμώ την κοινωνία μου λίγο κεφάλι. Μην καταντάς ρωμιός. Πες τους: «Άντε γ@μηθείτε». Εν ανάγκη, κάντο τους κιόλας. Ξέσκισέ τους την χοάνη που τους πέταγε. Δεν χρωστάς σε κανέναν από αυτούς.

Κάνε ένα καλό για τη ψυχή σου πάνω απ’ όλα. Μην τους επιτρέπεις να κραδαίνουν άλλο την ψευδαίσθηση της Εξουσίας που στην πλάτη σου, μονάχοι τους χαράξανε, με τα σκουριασμένα ξυράφια που σου πουλάνε για να αυτοχειρήσεις.

…………………………………………
   

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΧΑΜΗΛΩΜΕΝΟ ΒΛΕΜΜΑ


ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΜΟΥ «Υπογείως» ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΜΕΤΡό ΤΟ 2003. ΕΔΩ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΜΙΑ ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΧΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΣΕ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ.

……………………………………………………………..
ΠΑΝΟΣ ΠΙΛΑΤΟΣ

ΤΟ ΧΑΜΗΛΩΜΕΝΟ ΒΛΕΜΜΑ
……………………………………………………………..

«Μακάρι να είμαι ακόμα ζωντανή κι αυτό που περνάω τώρα να μην είναι παρά ένας τρόπος για να παραταθεί ο ύπνος των ζωντανών ώσπου να ενωθεί με το αιώνιο».
(Carmen Posadas)


Ήταν τόσο όμορφη που τα μάτια μου πόνεσαν και χαμήλωσα το βλέμμα πριν τυφλωθώ από τη λάμψη της.

Με σκυμμένο το κεφάλι διέσχισα την πλατεία όσο πιο γρήγορα μπορούσα, για να απομακρυνθώ από κοντά της.

Τα περιστέρια που τσιμπολογούσαν ένα ξερό κουλούρι δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών, πέταξαν ξαφνιασμένα. Οι σκιές τους μου φάνηκαν σαν τεράστια παραμορφωμένα δάχτυλα, που με προσπερνούσαν σε μια αλλόκοτη κούρσα.

Μια εικόνα από το παρελθόν πέρασε από το μυαλό μου, σαν ταξί που δεν σταματά στο νεύμα σου, νύχτα, σε ερημική κεντρική λεωφόρο…

Ήμουν εγώ και ήταν απόγευμα Μάη, σε μια αλάνα που τώρα είναι έκθεση αυτοκινήτων. Είχα πάει με την μπάλα μου για να βρω κι άλλα παιδιά και να παίξουμε.
Όμως δεν βρήκα κανένα.

Η άνοιξη, η πραγματική άνοιξη των παλαιότερων εποχών και όχι αυτή που ζούμε τώρα (όχι άνοιξη των ιώσεων, των αλλεργιών και της απόγνωσης, αλλά εκείνη η άνοιξη των παιδικών μου χρόνων που ευωδίαζε αναγεννημένη γη, ενώ το αεράκι προκαλούσε αφόρητη διέγερση και συνάμα κάλμα μεγάλη παντού μέσα μου) βασίλευε σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια.

Κάθισα σε μια άκρη της αλάνας και αφέθηκα στις μυρωδιές, στη χορωδία των πουλιών και στους ήχους που έφερνε ο άνεμος από τον κοντινό αυτοκινητόδρομο.

Ένιωθα γαλήνη και… η εικόνα έσβησε.

Η ανάμνηση χάθηκε.

Ήμουν εγώ -και πάλι- και το αυτοκίνητο, όπως έστριψε και μπήκε στην πλατεία που μόλις είχα διασχίσει τρέχοντας, με χτύπησε με ορμή.

Ο πόνος ήταν ακαριαίος, σαν χιλιάδες βελόνες να καρφώθηκαν στα πλευρά μου κι ύστερα να αποτραβήχτηκαν.
Πεσμένος στην άσφαλτο, διαπίστωσα πως ο γκρίζος ουρανός στην πραγματικότητα ήταν κόκκινος.
Τα περιστέρια είχαν κουρνιάσει στα καλώδια της ΔΕΗ και ο βόμβος της πόλης που στοιχειώνει υπογείως τη συνείδησή μας, έμοιαζε τώρα με οχλαγωγία, σαν αυτή στις κερκίδες ενός γηπέδου μόλις τελειώνει ο αγώνας.

Κι έπειτα σκοτάδι…

Τέλειωσε ο αγώνας;

Βρίσκομαι και πάλι στην αλάνα.
Νιώθω γαλήνη.

Ένα κοριτσάκι με πλησιάζει από απέναντι.

Φοράει σορτσάκι και τα γόνατά του έχουν σημάδια από πεσίματα.
Είναι ξυπόλυτο και οι πατουσίτσες του είναι σκονισμένες.

Τα μαλλιά του και τα μάτια του έχουν το πιο μαύρο χρώμα που αντίκρισα ποτέ μου.

Φτάνει κοντά μου.
Μου χαμογελά.
Νιώθω αμήχανα.

Χαμογελάω κι εγώ.

Αναρωτιέμαι τι στο καλό γυρεύει εδώ πέρα.

Μαζεύω το κουράγιο μου να ρωτήσω, μα δεν προλαβαίνω.
Σκύβει και μου δίνει ένα φιλί στα χείλη μου, που τα αισθάνομαι ξερά.
Με χαϊδεύει στο κεφάλι, πιάνει το χέρι μου και με τραβά για να σηκωθώ όρθιος.

Την ακολουθώ αφήνοντας πίσω μου την μπάλα μου.

Ανηφορίζουμε στην πίσω πλευρά της αλάνας, προς το δασάκι με τα πεύκα και τις άγριες δάφνες.

Δεν μιλάμε καθόλου.
Προσπαθώ να φανταστώ πως θα είναι ο ήχος της φωνής της.

Ανεβαίνουμε, μα δεν νιώθω κούραση.
Μόνο ευδαιμονία.
Και αγάπη.

Την αγαπώ.
Αγαπώ το άγγιγμα της.
Αγαπώ τις ατίθασες τουφίτσες των μαλλιών της.
Αγαπώ το πώς ακούγονται τα πέλματά της στο χωμάτινο μονοπάτι.
Την αγαπώ γιατί ήρθε όταν εγώ δεν την περίμενα.
Την αγαπώ γιατί ξέρω πως μαζί της δεν θα χαθώ.
Την αγαπώ γιατί ξέρει τον δρόμο.
Την αγαπώ γιατί δεν χρειάζεται να μιλάμε.
Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Απλά να βαδίζουμε μαζί.
Να βαδίζουμε προς την ακριβοθώρητη κορυφή.
Να βαδίζουμε για να φτάσουμε που;

Μα γιατί αφήνει το χέρι μου;

Κοιτάζω τα μάτια της που απ’ τη νύχτα τους αναβλύζει αλμύρα.

Γιατί κλαίς, μικρό κορίτσι;
Με πονάς.
Πονάω.
Σκοτεινιάζει.

Ψήνομαι απ’ τον πυρετό.

Δεν βλέπω τίποτα κι ύστερα ακούω ψιθύρους.

Κι έρχεται το φως.

Παντού σωληνάκια και καλώδια.

Η κοπέλα δίπλα μου, ντυμένη στα λευκά, με κοιτάζει.

Είναι τόσο όμορφη που τα μάτια μου πονούν, μα δεν χαμηλώνω το βλέμμα. Δεν θα το κάνω ποτέ ξανά.

..................................................................


Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΟ
ΤΟ 2004. ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΣΕ ΕΠΟΜΕΝΟ
ΒΙΒΛΙΟ-ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ.


.....................................................................................
ΠΑΝΟΣ ΠΙΛΑΤΟΣ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
.....................................................................................

«Θα έρθουν κι άλλα πρόσωπα του παρελθόντος
για να συνεχίσουν την ατελείωτη παρέλασή τους, 
επωφελούμενα από το ότι ο ύπνος δεν θα με 
αφήσει να τους απαντήσω ή να αμυνθώ;».
(Carmen Posadas)



.......................................................................


Απόλαυσε τη σιωπή. 

Η αγάπη δαγκώνει κι όταν σταματήσει να σε κατατρώει δεν ακούγεται τίποτα.

Όσο και να προσπαθήσεις, κενό. Μοιάζει με τέλειο θάνατο. 
Ιδανική κατάσταση για κάποιον που έζησε στην οχλαγωγή, πιστόνι της Μηχανής.

Κοίτα πίσω. Βλέπεις; Ναι, βλέπεις… 

Ξαπλωμένος σε μισοσκότεινο φούρνο, με μάτια ασήκωτα. 
Μα που ο ύπνος… 

Γαυγίζουν απ’ έξω τα σκυλιά. Κρατάνε τον Μορφέα μακριά σου.

Εδώ πέρα μόνο καμιά μύγα τρυπώνει και περιφέρεται ναρκωμένη από ακαθαρσία σε ακαθαρσία.

Πόσο σου λείπει το ψύχος που σκοτώνει κάθε παρείσακτη σκιά και κάθε ρυπαρή σκέψη. 

Χτυπά το τηλέφωνο και χαλιέσαι που αμέλησες να το αποσυνδέσεις. 
Επιμένει. Το κουδούνισμα σού τριβελίζει το μυαλό. 
Το σηκώνεις. 

Μια θολή ανάμνηση ζωής σε προσκαλεί σε κυνήγι ηδονής. 
Σε ξέρει καλά και σε πείθει, έστω και δύσκολα.

Η νύχτα που έρχεται σε βρίσκει σε ένα καταγώγιο που άλλοι λένε ναό, μα εσένα για λαγούμι σού μοιάζει. 

Κι ενώ το οινόπνευμα ρέει και ο ιδρώτας στάζει από σινιέ πουκάμισα, ένα αστέρι πέφτει πλάι σου και σε αγγίζει με σάρκα ανοιξιάτικη. 

Η ζάλη γίνεται δέος. Το δέος γίνεται λάμψη. Η λάμψη γίνεται πόθος. 

Διαβάζεις στα χείλη της τις αναπνοές της. 
Μετράς το χτυποκάρδι στα στήθη της. 

Δυο μάτια από μέλι κρατάνε τον ήλιο μέσα τους κι αυτό το βλέπεις και δεν το χορταίνεις. 

Καίει ολόκληρη και ταυτόχρονα σε δροσίζει. 

Και τότε ο πόθος γίνεται πάθος. Το πάθος γίνεται διέγερση. 
Η διέγερση γίνεται δρόμος που σας πάει μακριά απ’ το καταγώγιο-ναό-λαγούμι. 

Σε στρώμα δανεικό ξαπλώνεται και σαλεύουν τα δάχτυλά σου στο σμιλεμένο μάρμαρο του νεανικού κορμιού της. 

Το πρόσωπό σου κατεβαίνει εκεί που σιγοκαίει η θράκα της. 
Με γλώσσα που τρέμει αναδεύεις και θεριεύεις τη φωτιά που τώρα κατακαίει το Σύμπαν σου. 

Ανοίγεις και μπαίνεις στη σάρκινή της Κόλαση, που σε ψήνει, σου προκαλεί εγκαύματα. Μα αντέχεις τόσο ώστε να τη σβήσεις μέσα σε βογκητά και αναστεναγμούς. 

Κι ο καιρός περνά… 

Και ο δρόμος που σας έφτασε ως την ευδαιμονία γίνεται κακοτράχαλος. 
Και η χαρά γίνεται θλίψη. 
Και η θλίψη γίνεται πόνος. 
Και ο πόνος γίνεται αποχαιρετισμός επώδυνος. 
Και η αγάπη που σε έτρωγε γλυκά, τελειώνει. 

Μοιάζει με τέλειο θάνατο, τούτο. 
Δεν ακούγεται τίποτα. 

Απόλαυσε τη σιωπή. 
Απόλαυσέ τη μέχρι το επόμενο κουδούνισμα του τηλεφώνου. 

Ελπίζω να αμελήσεις ξανά να το αποσυνδέσεις. 

Έχει πλάκα να βλέπεις το νεκρό της κορμί να σαπίζει στον καναπέ απέναντί σου, αλλά μάλλον θα πρέπει να της βρεις ανάλογη παρέα. 

Από αγάπη...
.


Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΘΗΡΕΥΤΗ


ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΑ
ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ 2004 στην στήλη που διατηρούσα
στο περιοδικό ΜΕΤΡό «ΥΠΟΓΕΙΩΣ».
ΤΟ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΑ ΜΕ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΟ 2007.
ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ Η ΣΑΦΩΣ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ
ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ, ΦΤΙΑΓΜΕΝΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ
ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΑ ΑΚΟΜΗ ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ.

……………………………………………………………
ΠΑΝΟΣ ΠΙΛΑΤΟΣ
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΘΗΡΕΥΤΗ
(Vampiric Urbanism)

……………………………………………………………



«Τι να κάνω; Τι μπορώ να κάνω; Πως μπορώ να ξεφύγω από αυτή τη θανάσιμη αιχμαλωσία της νύχτας, του ζόφου και του τρόμου;».
(Bram Stoker)

………………………………


Ο βορράς τον γαλήνευε.
Εκείνος και η προαιώνια μοναξιά του κουβαλούσαν το μυστικό οδυρμό τους αβίαστα στο απάτητο χιόνι κι όταν έτρεχε με τα ξαδέλφια του, τα Κτήνη, που αλυχτούσαν ελεύθερα, με κάρβουνα στη θέση των ματιών και υγρές μουσούδες, ποίηση τον κατέκλυζε, με τη γρηγοράδα υδράργυρου στις φλέβες και τη θέρμη της χαίτης άσβεστης πυρκαγιάς.

Τραγουδούσε μαζί τους στη μαρμαρυγή και συνόδευε την αγέλη τους στα πορφυρά μονοπάτια του κυνηγιού.

Άλλοτε σηκωνόταν στον αέρα και, σαν πουλί της νύχτας, γυρόφερνε σιωπηλά πάνω απ’ την απεραντοσύνη της παγωμένης ερημιάς.
Άλλοτε κούρνιαζε στις παρυφές του ανέγγιχτου δάσους, παρακολουθώντας μικρές ματωμένες ιστορίες σιαγόνων που έκλειναν χωρίς οίκτο σε σάρκα που αποχαιρετούσε τις ραψωδίες των φτερωτών τραγωδών σαν και του είδους του, μ’ ένα ρόγχο και ένα πονεμένο ερωτηματικό.

Κάποτε, όμως, ένιωσε πως δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα να κοροϊδεύει τον ίδιο του τον εαυτό.
Αν η όψη του είχε είδωλο, ήταν σίγουρος πως η θέα του θα τρόμαζε κι αυτόν.
Η αποχή του από το ανθρώπινο αίμα, δεν αναπληρωνόταν από των ζώων το ανούσιο υγρό, που το κατανάλωνε παρέα με τους Λύκους.

Εκείνος δεν ήταν σαν κι αυτούς. Ήταν κάτι περισσότερο.

Δίχως την τελευταία πράξη ενός αληθινού κυνηγιού, σαν και τούτο που η φύση του τον πρόσταζε να επιδοθεί, μαράζωνε.

Η εξαντλητική νηστεία του, τον αποδυνάμωνε όλο και περισσότερο και, παρόλο που υπήρξαν εποχές που ευχόταν να είχε δικαίωμα και στον δικό του θάνατο, τώρα το τέλος ήταν κάτι που δεν επιθυμούσε να γνωρίσει.

Ένας Θηρευτής πάντα θα είναι Θηρευτής και η μεμψιμοιρία δεν συμβαδίζει με το κοφτερό αίσθημα της αυτοσυντήρησης και την καταραμένη λαχτάρα για το άλικο νέκταρ.

Η αποχή εναντιωνόταν στην ουσία της Δίψας, που την κόμιζε μέσα του ως κληροδότημα και χάρη…

Έτσι εγκατέλειψε τον βορρά, και τα δάκρυά του ήταν μαύρα και λιπαρά, σταγόνες από αχάτη πάνω σε ταφόπλακα.

Το γκρίζο της πόλης τον υποδέχτηκε αδιάφορα.
Ανασύρθηκε από το τσιμεντένιο λαγούμι του και αφέθηκε στον πυρετό της αναζήτησης…

Τα ξώφτερνα ψηλοτάκουνα παπούτσια της ακούγονταν προκλητικά στο στενό πεζοδρόμιο με τα μισοανεβασμένα πάνω του παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

Τα λιγοστά φώτα του δήμου δεν τα ‘βγαζαν πέρα με το σκοτάδι και το σοκάκι έμοιαζε παραδομένο στις σκιές που βασίλευαν στις προσόψεις των κτηρίων.

Από κάπου έφτανε ασθενής η βοή μιας πολυσύχναστης λεωφόρου, μακρινής όσο και ο κεραυνός που κατακρημνίστηκε στο βουνό, πέρα από τις ταράτσες των πολυκατοικιών.

Η ψύχρα παιχνίδιζε σαν αχνός ξηρού πάγου στα πανέμορφα χείλη της.

Τα μεγάλα της μάτια ήταν βουρκωμένα, όχι από λύπη, μα από τον κρύο σαν λεπίδα αέρα που στροβιλιζόταν στις φλέβες της πυκνοκατοικημένης περιοχής, με τη σκληρότητα ενός αρπακτικού.

Τα μαλλιά της, καθώς ανέμιζαν σαν τους βοστρύχους της κόμης μιας σικάτης Μέδουσας, αντανακλούσαν τα ψήγματα του φωτός όπως ένα παγωμένο χωράφι την αστροφεγγιά.

Το λυγερό της κορμί κινούνταν με την επικίνδυνα λάγνα χάρη ερπετού.

Τις γάμπες της έσφιγγε ένα ζευγάρι νάιλον κάλτσες που άφηναν σε κοινή θέα μια υποψία λάμψης από την πάλλευκη σάρκα της.

Όμορφη, τόσο που να πονάς κοιτάζοντάς τη, η γυναίκα κρατούσε σταθερό το ρυθμό του γρήγορου βαδίσματός της.

Η ανάσα της κοφτή.
Το βλέμμα της καρφωμένο μπροστά, ανεστίαστο σε κάτι απτό…

Ο Μέτοικος Θηρευτής την ακολουθούσε από ώρα πολλή.
Τώρα την περίμενε στο τέλος του δρόμου.

Τον είδε ξαφνικά και έχασε τον βηματισμό της.
Κοντοστάθηκε και για λίγες στιγμές δίστασε.

Ο χρόνος αυτός ήταν αρκετός για εκείνον.
Έπεσε πάνω της με ορμή και κυλίστηκε μαζί της στο νωπό έδαφος.

Η οξυμένη όσφρησή του μύρισε κρίνο και τρόμο.
Τα δάκτυλά του άγγιξαν το ροδαλό στήθος, που αποκαλύφθηκε μέσα από τα κουρέλια που άφησαν τα νύχια του.

Ήταν πανέμορφη.

Καθώς ο Θηρευτής έμπηγε τα δόντια του στον τρυφερό λαιμό της, σκέφτηκε πως για μια ακόμη φορά η αγάπη είναι πιο κρύα απ’ τον θάνατο. 

.